ερωτοτροπία

η
το να φέρεται κάποιος ερωτικά, η επιδίωξη ερωτικών σχέσεων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ερωτότροπος. Η λ. μαρτυρείται στον Ιω. Ισιδ. Σκυλίτση].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εργολάβος — ο (AM ἐργολάβος) αυτός που αναλαμβάνει την εκτέλεση έργου με ορισμένη αμοιβή νεοελλ. 1. εκείνος που έχει ως επάγγελμα την εργολαβία, την ανάληψη τής εκτέλεσης έργων με ορισμένη αμοιβή 2. επιρρεπής σε ερωτοτροπία 3. γλυκό με αμύγδαλα και ασπράδι… …   Dictionary of Greek

  • εργολαβία — η (AM ἐργολαβία) [εργολάβος] ανάληψη εκτελέσεως έργου με αμοιβή συμφωνημένη κατ’ αποκοπή («εργολαβία τροφοδοσίας στρατού») νεοελλ. επιδίωξη ερωτικής συνεννοήσεως με βλέμματα, λόγια κ.λπ., ερωτοτροπία αρχ. κερδοσκοπία …   Dictionary of Greek

  • κοκεταρία — η 1. το γνώρισμα τού κοκέτη ή τής κοκέτας, φιλαρέσκεια, επιδεικτικός καλλωπισμός 2. ροπή προς τον έρωτα, ερωτοτροπία. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. coquetterie < ρ. coqueter «κοκορεύομαι»] …   Dictionary of Greek

  • κορτάρισμα — και κορτετζάρισμα, το [κορτάρω] το κόρτε, η ερωτοτροπία, το φλερτ …   Dictionary of Greek

  • κόρτε — (I) το 1. ερωτοτροπία, φλερτ 2. φρ. «κάνω κόρτε» α) ερωτοτροπώ, φλερτάρω β) βλέπω κάτι με πόθο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. corte «βασιλική αυλή» στην έκφραση fare la corte «συμπεριφέρομαι με αβροφροσύνη, φλερτάρω»]. (II) κόρτε, ἡ (Μ) η Αυλή, το σύνολο… …   Dictionary of Greek

  • παιχνίδι — Οποιαδήποτε ελεύθερη έκφραση σωματικής ή ψυχικής ενέργειας, που δεν κατευθύνεται σε ωφελιμιστικούς σκοπούς, θεωρείται παιχνίδι. Με άλλη έννοια ο όρος περιλαμβάνει και το αντικείμενο με το οποίο παίζει κάποιος. Η ιδέα όμως του π. δεν είναι τόσο… …   Dictionary of Greek

  • σάλιασμα — το, Ν [σαλιάζω] 1. το αποτέλεσμα τού σαλιάζω, η έκκριση υπερβολικής ποσότητας σάλιου 2. σαλιάρισμα, σαχλή ερωτοτροπία …   Dictionary of Greek

  • σαλιάρισμα — το, Ν [σαλιαρίζω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σαλιαρίζω, φλυαρία, μωρολογία 2. σαχλή ερωτοτροπία, προσπάθεια για σύναψη ερωτικών σχέσεων που γίνεται με γελοίο τρόπο …   Dictionary of Greek

  • φλέρτ — το, Ν ερωτοτροπία, κόρτε. [ΕΤΥΜΟΛ. < flirt, λ. άγνωστης προέλευσης] …   Dictionary of Greek

  • χαριεντισμός — ο, ΝΜΑ [χαριεντίζομαι] 1. πρόσχαρη συμπεριφορά 2. ερωτοτροπία …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.